Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Μισώ τους αδιάφορους που πάσχουν από το σύνδρομο του θεατή

«Μισώ τους αδιάφορους, πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους.

H αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα. Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της, αφήνει να εκδίδονται νόμοι που μόνο η εξέγερση θα μπορέσει να καταργήσει, αφήνει να ανέβουν στην εξουσία άνθρωποι που μόνο μια ανταρσία θα μπορέσει να ανατρέψει.

Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία λίγα χέρια, που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί. Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν.

Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;

Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.

Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορου».


Αυτά έλεγε ο Αντόνιο Γκράμσι το 1917. Είκοσι χρόνια αργότερα, το 1937 στη Ναζιστική Γερμανία, ο Γερμανός πάστορας Μάρτιν Νίμελερ μίλησε σχεδόν στο ίδιο ύφος αλλά λίγο πιο λακωνικά. Το παρακάτω ποιήμά του έμεινε στην ιστορία ως «το σύνδρομο του θεατή και οι συνέπειές του».

«Πρώτα ήρθαν για τους κομμουνιστές, και εγώ δεν μίλησα γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής.
Μετά ήρθαν για τους Εβραίους, και εγώ δεν μίλησα γιατί δεν ήμουν Εβραίος.
Μετά ήρθαν για τους συνδικαλιστές, και εγώ δεν μίλησα γιατί δεν ήμουν συνδικαλιστής.
Μετά ήρθαν για τους καθολικούς, εγώ ήμουν προτεστάντης και γι’ αυτό δεν μίλησα.
Μετά ήρθαν για μένα, αλλά τότε δεν είχε μείνει πια κανείς να μιλήσει για κανέναν
»



Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Δεν αλλάζει τίποτα ότι και να κάνουμε

Κάποτε πριν από έξι – εφτά αιώνες, εδώ στην Ευρώπη όχι μακριά, είχαμε το φαινόμενο της Ιεράς Εξέτασης που κράτησε για αρκετούς αιώνες. Τι ήταν αυτό το φαινόμενο το οποίο και διατηρήθηκε για τόσο μεγάλο διάστημα; Εκείνο τον καιρό η δυτική εκκλησία διατηρούσε πολύ μεγάλη εξουσία και ήταν ουσιαστικά η κυρίαρχη δύναμη στην κοινωνία. Όταν κάποιος αμφισβητούσε το Θεό ή τη θρησκεία ή έστω αν αμφισβητούνταν εν μέρει ο χριστιανισμός ή κάποιες μέθοδες του, τότε επί της ουσίας ήταν σαν να αμφισβητούσε τη μεγάλη εξουσία που είχαν συγκεντρώσει στα χέρια τους οι εκπρόσωποι του Θεού της αγάπης στη γη. Κάτι τέτοιο αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι εξουσιαστές της εκκλησίας δεν μπορούσαν να το αποδεχτούν και επειδή όλο και πλήθαιναν οι περιπτώσεις ανθρώπων που αμφισβητούσαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το χριστιανισμό, η εκκλησία έπρεπε να λάβει τα μέτρα της ώστε να διαφυλάξει την πρωτοκαθεδρία της. Κάπως έτσι λοιπόν γεννήθηκε η Ιερά Εξέταση, ένας δημοκρατικότατος θεσμός που δίκαζε και καταδίκαζε αυτούς που τολμούσαν να λοξοπιστήσουν, τους «αιρετικούς» όπως τους έλεγαν, διότι απειλούσαν να ταράξουν την εγκατεστημένη χριστιανική ειρήνη και ευημερία.           

Για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της Ιεράς Εξέτασης, συντάσσονται εγχειρίδια με λεπτομερείς οδηγίες βασανιστηρίων! Τα μαρτύρια είναι σωματικά και ψυχικά. Οι οδηγίες αναφέρουν πώς θα προκληθεί στο θύμα ο χειρότερος πόνος. Συμπεριλαμβάνονται εργαλεία τα οποία δημιουργούν κλιμάκωση του πόνου και οι πρακτικές έχουν λεπτομερείς περιγραφές. Οι πλέον διαδεδομένες μορφές βασανιστηρίων ήταν το μαστίγωμα, το κάψιμο με πυρωμένο σίδερο σε διάφορα σημεία του σώματος, ο τροχός, το κάψιμο των ποδιών με κάρβουνα και το κρέμασμα από τους καρπούς με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη. Σύμφωνα με υπολογισμούς, ο αριθμός των προσώπων που καταδικάστηκαν, σε όλο το διάστημα από το 15ο ως το 18ο αιώνα, στον δια πυράς θάνατο σαν μάγοι (κυρίως γυναίκες) ανέρχεται στις 50 έως 80 χιλιάδες. Γύρω στο 19ο αιώνα σταμάτησε η λειτουργία της Ιεράς εξέτασης.

Κάθονταν λοιπόν σε ένα τραπέζι πέντε συγγενείς, γύρω στο δέκατο όγδοο αιώνα,  και ο ένας από αυτούς ήταν κάπως ας πούμε προοδευτικός, ή καλύτερα «αιρετικός» για την εποχή εκείνη. Έλεγε ότι η Ιερά Εξέταση είναι ένας απαράδεκτος και απάνθρωπος θεσμός και πρέπει πάση θυσία να καταργηθεί. Οι υπόλοιποι τέσσερις «συντηρητικοί» συγγενείς του τον αντιμετώπιζαν επιφυλακτικά και τον κοίταζαν με μισό μάτι, «δεν αλλάζει με τίποτα αυτό» του έλεγαν και αυτός εξοργίζονταν. Βέβαια δεν αρνήθηκαν το γεγονός ότι πρόκειται περί απαράδεκτου θεσμού, αλλά τον αποδέχονταν, έτσι είχαν μάθει. Και ο λόγος που αναγνώριζαν τον θεσμό ως απαράδεκτο ήταν επειδή υπήρξαν μάρτυρες περιπτώσεων που βασανίστηκαν αθώοι φίλοι τους μέχρι θανάτου από λάθος πληροφορίες. Στη μικρή κοινωνία του χωριού όλοι ήξεραν καλά ποιος είναι πραγματικά «αιρετικός» και ποιος όχι, άρα ήξεραν πότε κάποιος αντιμετώπιζε άδικα την Ιερά εξέταση. Έτσι κάποτε ένας φίλος τους βασανιζόταν μέχρι θανάτου για αρκετές μέρες, σε κεντρικό κτίριο του χωριού ώστε να γίνεται αντιληπτή η παραδειγματική του τιμωρία, αφού δεν ομολόγησε το ανομολόγητο. Μακάρι νάξερε και αυτός τι έπρεπε να ομολογήσει μπας και γλίτωνε. Δεν είχε ιδέα όμως για τίποτα. Μεγάλο μαρτύριο και για τους φίλους του να ξέρουν ότι δεν ήταν «αιρετικός» και ότι οι Ιεροεξεταστές βασίζονταν σε λάθος πληροφορίες και να μη μπορούν να τον υποστηρίξουν, γιατί πάντα υπήρχε ο κίνδυνος να καταδικαστούν και αυτοί ως αιρετικοί. Οι επί της γης εκπρόσωποι του Θεού της αγάπης εξουσίαζαν μια κοινωνία με το να επενδύουν στο φόβο. Δεν υπήρχε μεγαλύτερο φόβητρο από την Ιερά Εξέταση εκείνο τον καιρό, ή πιστός ή νεκρός.  

Τι να κάνουμε όμως που οι τέσσερις συγγενείς που έλεγαν ότι «δεν αλλάζει τίποτα» είχαν άδικο και τελικά άλλαξαν τα πράγματα και καταργήθηκε η Ιερά Εξέταση και μπήκε για τα καλά στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Και μάλιστα, δεν είναι και από τις πιο περήφανες αναμνήσεις της ίδιας της εκκλησίας. Τι να κάνουμε επίσης που εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια ας πούμε, έχουν αλλάξει λίγο τα πράγματα. Δεν νομίζετε; Αλλάζουν αδιάκοπα, συνεχώς και διαχρονικά πάντα προς το καλύτερο για τις ανθρώπινες κοινωνίες.

Κάποτε γεννιόσουν δούλος με μια αλυσίδα κρεμασμένη από το πόδι που κατέληγε σε μια σιδερένια μπάλα και πέθαινες δούλος σέρνοντας την ίδια αλυσίδα. Τώρα αυτό δεν υπάρχει. Κάποτε έλεγες ότι η γη είναι στρογγυλή και όχι επίπεδη και σε έκαιγαν στην πυρά λόγω της αιρετικής αυτής άποψης, πάει άλλαξε και αυτό. Κάποτε δούλευες ήλιο με ήλιο και για εφτά μέρες, αλλά και αυτό άλλαξε με απαρχή την πρωτομαγιά του 1886 το Σικάγο και έγινε οκτάωρο και πενθήμερο, με καμιά δεκαπενταριά νεκρούς όμως, οι μισοί από πυροβολισμό οι υπόλοιποι έπειτα από κρεμάλα. Λευτεριάς λίπασμα οι πρώτοι νεκροί.

Σήμερα λοιπόν, που ο άνθρωπος έγινε πουλί στον ουρανό, που κοντεύουν πενήντα χρόνια από όταν έκανε την πρώτη του περπατησιά στο φεγγάρι, που έγιναν τόσο μεγάλες και βαθιές αλλαγές τον τελευταίο αιώνα, ακούω συχνά πυκνά την ίδια ατάκα ότι «δεν αλλάζει τίποτα – δεν γίνεται τίποτα», ούτε με απεργίες, ούτε με διαμαρτυρίες, ούτε με κανέναν τρόπο, με τίποτα. Είναι όλα αποφασισμένα, είναι όλα προδιαγεγραμμένα. Ακούγονται αυτά από νέους ανθρώπους, λες και δεν ξέρουμε απολύτως τίποτα για την ιστορία του ανθρώπου. Λες και ο κόσμος ήταν πάντα έτσι όπως ακριβώς τον βρήκαμε εμείς! Μια καλλιεργημένη ηττοπάθεια φυτεμένη βαθιά στους ανθρώπους ιδίως στους νεότερους, η οποία μοιάζει λίγο και με άλλοθι για του καθενός την απάθεια. Άρνηση της διαφορετικότητας του ανθρώπου από τα ζώα! Μόνο η ζωή των Ελεφάντων (και των λοιπών ζώων) είναι ίδια και απαράλλακτη στους αιώνες των αιώνων. Και κυρίως ακούγεται αυτή η άποψη από όσες και όσους είναι πραγματικά αμέτοχοι και δεν παρεμβαίνουν με κανέναν τρόπο και πουθενά σε κανένα συλλογικό όργανο, σε κανένα μαζικό φορέα, ούτε σε σωματείο ούτε κάπου αλλού. Ούτε καν σε έναν εξωραϊστικό σύλλογο να πεις ότι μπήκαν σε μια συλλογική διαδικασία!

Και όμως μεγάλο κομμάτι νέων εργαζόμενων υποστηρίζει αυτή την ιστορικά καταγκρεμισμένη αλλά βολική για την άρχουσα τάξη άποψη, ότι «δεν αλλάζει τίποτα». Για να πει κάποιος ότι δεν αλλάζει τίποτα, θα πρέπει πρώτα να προσπαθήσει αρκετά και για χρόνια και μετά ίσως δικαιούται να υποστηρίξει κάτι τέτοιο. Όσοι και όσες χωρίς να έχουν προσπαθήσει στην πράξη να αλλάξουν έστω και κάτι μέσα από συλλογικές διαδικασίες και όργανα, ΔΕΝ έχουν το δικαίωμα να λένε ότι δεν αλλάζει τίποτα. Είναι σα να μην έχουν φάει ποτέ στη ζωή τους ούτε ένα θαλασσινό και να προσπαθούν να μας πείσουν ότι είναι άνοστος ο αστακός. Ε πως θα γίνει αυτό;             

Ε λοιπόν αλλάζουν τα πράγματα και παρά αλλάζουν. Και επαναλαμβάνω ότι δεν το λέω εγώ αυτό, η ιστορία το έχει αποδείξει. Και η ιστορία κινείται πάντα προς τα εκεί που την τραβάει αυτός που έχει τη μεγαλύτερη δύναμη. Και αν υποθέσουμε ότι από τη μια μεριά του σκοινιού είμαστε εμείς οι εργαζόμενοι και από την άλλη τα μεγάλα αφεντικά, οι τραπεζίτες και το πολιτικό σύστημα που τους υπηρετεί, έχω την άποψη ότι οι δεύτεροι (η άρχουσα τάξη δηλαδή) δεν κάθονται άπραγοι στα αυγά τους μιξοκλαίγοντας και αυτοί λέγοντας ότι τους πήδηξε η κρίση. Έχω την άποψη ότι απεναντίας, είναι πολύ καλά οργανωμένοι, ότι εμπλουτίζουν συνεχώς με ισχυρά όπλα τη φαρέτρα τους, ότι εργάζονται νυχθημερόν συστηματικά και μεθοδευμένα για τα συμφέροντά τους και τέλος πάντων έχω την άποψη ότι δεν κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια λέγοντας ότι «δεν αλλάζει τίποτα» πράγμα που κάνει η πλειοψηφία των εργαζομένων. Όσα έχουν αλλάξει στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία τρία χρόνια, αυτοί τα έχουν αλλάξει και όχι οι εργαζόμενοι.

Όσο λοιπόν οι πλειοψηφία των εργαζόμενων θα παραμένει αμήχανη και απαθής, παρακολουθώντας τις εξελίξεις από την τηλεόραση και τα λοιπά καθεστωτικά ΜΜΕ, που καλλιεργούν κοινωνικό κανιβαλισμό μεταξύ των εργαζομένων και αποπροσανατολισμό από τους πραγματικούς  εχθρούς, τόσο η ιστορία θα κινείται προς τα εκεί που θέλουν τα αφεντικά, οι τραπεζίτες και το πολιτικό σύστημα που τους κάνει τη δουλειά. Το να λέμε εμείς οι εργαζόμενοι «δεν αλλάζει τίποτα», είναι βούτυρο στο ψωμί των αφεντικών, αυτό θέλουν να λέμε, χαίρονται όταν το ακούνε και το υποστηρίζουν κιόλας! Και ας κινείται ιλιγγιωδώς η ιστορία αυτόν τον καιρό προς το συμφέρον τους.

Κάποιος μεγάλος συγγραφέας είπε κάποτε «όλοι θέλουν να αλλάξουν κόσμο, αλλά κανένας δεν θέλει να αλλάξει τον εαυτό του». Ας αλλάξουμε λοιπόν εμείς συνήθειες, ας πάρουμε μέρος ενεργά  τραβώντας το σχοινί της ιστορίας προς τη μεριά μας και ας αφήσουμε τα βολικά και καταστροφικά σοφίσματα ότι «δεν αλλάζει τίποτα». Άρα έτσι αλλάζει ο κόσμος, αλλάζοντας κανείς τον εαυτό του, και αυτή είναι η απαρχή της πιο επαναστατικής διαδικασίας. Αλλάξτε λοιπόν!             
          

  
      
           

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Η αρχή του τέλους για τη φοροδιαφυγή στην Ελλάδα

Μπορεί σήμερα να κυριάρχησε στην επικαιρότητα η ομιλία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ που αποκάλυψε ότι η Ελλάδα θα παραμείνει στο Ευρώ και θα μπει σε τροχιά ανάπτυξης σε 2 χρόνια, όμως το μείζων πολιτικό και οικονομικό θέμα είναι άλλο και ίσως πολλοί να μην το καταλάβατε…  

Εμείς λοιπόν οι Έλληνες εδώ στην Ελλάδα, είχαμε μια πολύ καλή παράδοση στο να αποδίδουμε φόρους στο Κράτος με αξιοπρόσεκτη συνεπεία. Ήμασταν παράδειγμα προς μίμηση και μας συζήταγαν παντού στην Ευρώπη και όχι μόνο. Είμαστε φιλότιμος λαός πώς να το κάνουμε.

Ήρθαν όμως αυτοί οι παράνομοι λαθρομετανάστες και τάραξαν τη φορολογική μας γαλήνη. Ως τότε ζούσαμε μια υποδειγματική φορολογική ειρήνη, με χαρά παρουσιαζόμασταν τουλάχιστον μια φορά το μήνα στον Έφορα της γειτονιάς για να ενημερωθούμε αν χρωστάμε κάτι, αν βγήκε κάποιο νέο χαράτσι ώστε να σπεύσουμε να το πληρώσουμε κλπ. Να σας υπενθυμίσω ότι τέτοια μέρα κάθε χρόνο, ήμασταν όλοι καρφωμένοι στην τηλεόραση και παρακολουθούσαμε σε ζωντανή μετάδοση τη ΔΕΘ για να ακούσουμε από τα ίδια τα χίλια του εκάστοτε πρωθυπουργού πόσο θα αυξήσει τη φορολογία. Και όσο πιο μεγάλο ήταν το νούμερο τόσο περισσότερο παραληρούσαν τα συγκεντρωμένα πλήθη στη συμπρωτεύουσα και όχι μόνο.

Και όλα κυλούσαν καλά και ειρηνικά, πλέαμε σε πελάγη ευτυχίας και η χαρά του έλληνα ήταν να πληρώνει φόρους στο κράτος, αφού ξέραμε ότι οι δημοκρατικά εκλεγμένοι πολιτικοί μας τα διαχειρίζονταν με εξαιρετικά αποτελεσματικό και τίμιο τρόπο και κυρίως, πάντα προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.  

Όλα αυτά όμως γκρεμίστηκαν με την εισβολή στη χώρα μας των παράνομων λαθρομεταναστών που στερούνται παντελώς φορολογικής κουλτούρας! Μας έκαναν σαν τα μούτρα τους λοιπόν και άρα δε φταίμε εμείς που καταντήσαμε φοροφυγάδες. Να πως αλλοιώνεται ο πολιτισμός μας και η φυλή μας μπολιάζεται με την εισαγόμενη φορολογική υποκουλτούρα! Μπορεί να είχε δίκιο λοιπόν ο ΓΑΠ όταν έλεγε στα αδέρφια μας τους Ευρωπαίους ηγέτες ότι «Κυβερνώ μια διεφθαρμένη χώρα», αλλά έλεγε τη μισή αλήθεια. Δηλαδή είμαστε διαφθαρμένοι αλλά δεν φταίμε εμείς, οι παράνομοι λαθρομετανάστες μας έκαναν έτσι. Απλά είμαστε λίγο ευαίσθητοι σα λαός και ευάλωτοι και επηρεαστήκαμε από δαύτους.

Αφού το κράτος λοιπόν δεν μπορεί να τους πατάξει, κάποιος δεν έπρεπε να σταματήσει αυτό το αίσχος;

ΥΓ. Χρησιμοποιώ και εγώ τη φράση «παράνομοι λαθρομετανάστες» διότι τη συναντώ πολύ συχνά. Έχω μια απορία όμως και θα παρακαλούσα αν κάποιος νομικός το διαβάσει να μου απαντήσει αν ξέρει: Εκτός από «παράνομους λαθρομετανάστες» που ξέρω σίγουρα ότι υπάρχουν πολλοί, υπάρχουν και «νόμιμοι λαθρομετανάστες»;