Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Τα μπουρδέλα ελευθέρα, τα στριπτιτζάδικα ελεύθερα, τα κολόμπαρα ελεύθερα, η πρέζα ελεύθερη, ο τζόγος ελεύθερος, η παράσταση Corpus Christi παράνομη γιατί θα μας σκανδαλίσει.

Πριν από δυο – τρείς βδομάδες είχαμε το περιστατικό με τον «Γέροντα Παστίτσιο», έναν άθεο συμπολίτη μας που διατηρούσε μια ομάδα/σελίδα στο facebook με το παραπάνω όνομα για περίπου ένα χρόνο όπου σατίριζε και διακωμωδούσε όλο το εμπορικό πανηγύρι που έχει στηθεί γύρω από τον γνωστό γέροντα ο οποίος παρεμπίπτοντος, ήταν κατά κοινή ομολογία ένας τίμιος αγιορείτης γέροντας που πέθανε στην ψάθα.

Το πανηγύρι που έχει στηθεί γύρω από τον γέροντα αυτόν, λίγο πολύ όλοι το γνωρίζουμε, αλλά σας προτρέπω να διαβάσετε μια «ιστορία» η οποία είναι δημοσιευμένη σε βιβλίο του ΓΕΣ (Γενικό Επιτελείο Στρατού) με τίτλο «Ο ασυρματιστής του Στρατού και του Θεού». Μπορεί κανείς αμέσως να διαβάσει την ιστορία εάν πληκτρολογήσει στο google «Ο Γιωργάκης από το Θιβέτ». Διαβάστε λοιπόν αυτή την ιστορία με τον 17χρονο Γιωργάκη που τον έστειλαν οι γονείς του να μάθει μαγικά στο Θιβέτ και ήρθε πίσω να πουλήσει μαγκιές στον Παίσιο αλλά έφαγε τα μούτρα του, και θα καταλάβετε ποια είναι η πραγματική βλασφημία και ποιος πραγματικά γελοιοποιεί τη μνήμη του γέροντα Παίσιου.

Ο συμπολίτης μας λοιπόν «Παστίτσιος», αρχικά διάβασε κάμποσες από αυτές τις «ιστορίες» που γράφονται στα δεκάδες βιβλία που κυκλοφορούν για τον γέροντα, δημιούργησε ένα δικό του «ψεύτικο θαύμα». Αφού λοιπόν έγραψε το θαύμα, το δημοσίευσε στο διαδίκτυο με διάφορους τρόπους και μετά έκατσε και απόλαυσε αυτό που ακριβώς περίμενε: χωρίς να ρωτήσει κανείς κανένα, χωρίς να υπάρξει καμία διασταύρωση, χωρίς να τεκμηριωθεί από πουθενά το θαύμα (έστω και με τον τρόπο που τεκμηριώνονται και αν τεκμηριώνονται), έτυχε αποδοχής, αναπαράχθηκε και μάλιστα έφτασε σε σημείο να γίνει και πρωτοσέλιδο την εφημερίδα «Ελεύθερη Ώρα». Επίσης και η ιστοσελίδα agioritikovima.gr έσπευσε να δημοσιεύσει άμεσα το θαύμα «λόγω της βαρύτητάς του»! Τέτοια λοιπόν είναι η σάτιρα του συμπολίτη μας ο οποίος δεν έβριζε ούτε χυδαιολογούσε αλλά ήθελε να καταδείξει μάλλον την αναξιοπιστία και την αγωνία ορισμένων και την ευκολοπιστία κάποιων άλλων, αλλά κατέληξε στα δικαστήρια με αυτόφωρη διαδικασία να κατηγορείται το 2012 για βλασφημία μετά από επίσημη καταγγελία στη βουλή από την Χρυσή Αυγή. Αυτό λοιπόν ήταν το πρώτο κρούσμα.

Το δεύτερο κρούσμα όμως που συνέβη στις 11/10/2012 έξω από το θέατρο Χυτήριο είναι ακόμα πιο αναβαθμισμένο και πρέπει να επείγοντος να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα. Για να μη μακρηγορούμε, ας πάρουμε σα δεδομένο ότι όλοι ξέρουμε τι έχει γίνει μιας και έχει βουίξει ο τόπος με τη ματαίωση της «βλάσφημης» θεατρικής παράστασης Corpus Christi.

Για να είμαι ειλικρινής, από όσο μπόρεσα να καταλάβω διαβάζοντας την υπόθεση, εμένα δε θα μου άρεσε αυτή η παράσταση και δεν θα πήγαινα ποτέ να την δω, όπως επίσης όμως δεν μου αρέσουν (με αηδιάζουν για την ακρίβεια) οι «τσιρίδες» της λαίδης Άντζελας. Παρότι όμως με αηδιάζει αυτή η κάρια και θεωρώ πραγματικά προσβολή την παρουσία της για τον πολιτισμό αυτού του τόπου, δεν πήρα ποτέ 50 ροκάδες να πάμε να τη στήσουμε με ρόπαλα και κράνη έξω από το μπουζουκομάγαζο τη βραδιά της πρεμιέρας της και να εμποδίσουμε έτσι τη συμπαθή τάξη των μπουζουκολουλουδάκηδων να κάνουν το κέφι τους παρέα με τις ημίγυμνες συνοδείες τους που ανεβαίνοντας πάνω στα τραπέζια δείχνουν σε όλους τι χρώμα είναι η κυλόττα τους. Και από όσο ξέρω, δεν έχει συμβεί από κανένα άλλον κάτι ανάλογο. Δε γουστάρω αυτού του είδους τη διασκέδαση, δεν πάω στα μπουζούκια, τους χλευάζω, κάνω και την κριτική μου και τέλος. Μέχρι εκεί.

Κάπου όμως οι περισσότεροι την «πατάμε» εδώ σχετικά με τέτοιου είδους γεγονότα και πρέπει να το διαλευκάνουμε. Αυτό που μπερδεύουμε γύρω από την παραπάνω υπόθεση και κρατάμε λάθος στάση, είναι το γεγονός ότι δεν αντιλαμβανόμαστε με ακρίβεια τι διακυβεύεται εδώ και πάνω σε ποιο γεγονός πρέπει να γίνει η κριτική. Αυτό που έχει σημασία ΔΕΝ είναι να κρίνουμε εάν είναι όντως βλάσφημη και προσβλητική η παράσταση, διότι αυτό το κάνουμε έτσι και αλλιώς καταρχήν με το αν θα επιλέξουμε να πάμε να τη δούμε ή όχι. ΔΕΝ έχει σημασία λοιπόν να ζυγίσουμε θετικές και αρνητικές απόψεις για την παράσταση που σίγουρα υπάρχουν, και να καταλήξουμε σε μια ετυμηγορία, γιατί ο καθένας θα πει αυτό που γουστάρει και καλά θα κάνει. Το κυρίαρχο ζήτημα στην υπόθεση πάνω στο οποίο πρέπει να πέσει όλη η κριτική είναι κατά τη γνώμη μου το εξής:

Εάν ο κάθε φασίστας, η κάθε τρελαμένη θεούσα, ο κάθε παλαβός ή ο κάθε οποιοσδήποτε, έχει το δικαίωμα με το έτσι θέλω να επιβάλλει βίαια τη θέλησή του και να απαγορεύσει την οποιαδήποτε τέχνη προβάλλεται σε κλειστό ιδιωτικό χώρο και μάλιστα που πρέπει να πληρώσεις κιόλας για να τη δεις. Διότι δεν συζητάμε εδώ για μια «προσβλητική» παράσταση που παίχτηκε πχ στην τηλεόραση σε ώρα αιχμής ή σε ένα σχολείο, ή παιζόταν δωρεάν σε ανοιχτές πλατείες από έναν περιφερόμενο θίασο. Δε συνέβη κάτι τέτοιο. Συζητάμε για μια κλειστή, ιδιωτική παράσταση που εάν θέλεις την παρακολουθείς, και εφόσον υπάρχουν άνθρωποι που δεν τη θεωρούν προσβλητική και γουστάρουν να πάνε να την δουν έχουν κάθε δικαίωμα να το πράξουν. Και στο κάτω κάτω δεν ενόχλησαν και κανέναν. Αυτό λοιπόν είναι το λάθος που εύκολα κάνουμε. Να λέμε δηλαδή ότι αφού ήταν βλάσφημη η ταινία τότε καλά τους έκαναν. Έτσι όμως σε λίγο θα πρέπει να λέμε, αφού ήταν βλάσφημοι καλά έκαναν και τους σακάτεψαν στο ξύλο ή ακόμα πιο πέρα, αφού ήταν βλάσφημοι καλά έκαναν και τους έκαψαν στην πυρά! Προσοχή λοιπόν μην έχουμε κανένα πισωγύρισμα, γιατί αυτά έχουν ξαναγίνει στην ιστορία και γινόντουσαν μάλιστα για κάμποσους αιώνες.

Στο ερώτημα όμως  (που είναι και η πολιτική ουσία της υπόθεσης) τι ήταν όλο αυτό που συνέβη και γιατί συνέβη, η απάντηση είναι ότι πρόκειται για σκηνοθετημένες παρεμβάσεις από συγκεκριμένο πολιτικό χώρο που έχουν σκοπό την τεχνητή πόλωση και τη δημιουργία δύο άκρων, με απώτερο στόχο την ηγεμονία του εν λόγω χώρου στο ένα από τα δύο άκρα: από τη μία οι καλοί και ορθόδοξοι χριστιανοί που έχουν λόγω ύπαρξης στην Ελλάδα της ορθοδοξίας, και από την άλλη όσοι δεν πιστεύουν σε καμία θρησκεία και άρα είναι σατανάδες και αντίχριστοι που βλάπτουν τη χριστιανική ευημερία.         

Αλλά υπάρχει και ένα καλό στην όλη υπόθεση, το γεγονός ότι ανακαλύφτηκε το άκρων άωτο της υποκρισίας και αυτό δεν είναι άλλο από το εξής: Ο ίδιος βουλευτής της Χρυσής Αυγής που μίλησε «θιγμένος» στις τηλεοπτικές κάμερες κάνοντας λόγο για «βλάσφημα έργα», λίγη ώρα πριν αποθανατίστηκε από ερασιτεχνικό προφανώς βίντεο και παρουσία δεκάδων αστυνομικών να λέει τα εξής απευθυνόμενος μάλλον σε συντελεστές της παράστασης: «Τελειώνετε Πουστράκια, Κολομπήχτες, Μαλάκες ηθοποιοί του κόλου, Αδερφές ξεσκισμένες, Γαμημένες Αλβανικές Κωλοτρυπίδες». Κατά τα άλλα λοιπόν, αυτό που τους πείραξε είναι η παραπάνω βλάσφημη παράσταση.
 

(Ο Γιωργάκης από το Θιβέτ)
(δημοσίευση ψεύτικου θαύματος)
(εξώφυλλο Ελεύθερης Ώρας»)
(βίντεο βουλευτή με βρισιές)

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Μισώ τους αδιάφορους που πάσχουν από το σύνδρομο του θεατή

«Μισώ τους αδιάφορους, πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους.

H αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα. Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της, αφήνει να εκδίδονται νόμοι που μόνο η εξέγερση θα μπορέσει να καταργήσει, αφήνει να ανέβουν στην εξουσία άνθρωποι που μόνο μια ανταρσία θα μπορέσει να ανατρέψει.

Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία λίγα χέρια, που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί. Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν.

Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;

Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.

Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορου».


Αυτά έλεγε ο Αντόνιο Γκράμσι το 1917. Είκοσι χρόνια αργότερα, το 1937 στη Ναζιστική Γερμανία, ο Γερμανός πάστορας Μάρτιν Νίμελερ μίλησε σχεδόν στο ίδιο ύφος αλλά λίγο πιο λακωνικά. Το παρακάτω ποιήμά του έμεινε στην ιστορία ως «το σύνδρομο του θεατή και οι συνέπειές του».

«Πρώτα ήρθαν για τους κομμουνιστές, και εγώ δεν μίλησα γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής.
Μετά ήρθαν για τους Εβραίους, και εγώ δεν μίλησα γιατί δεν ήμουν Εβραίος.
Μετά ήρθαν για τους συνδικαλιστές, και εγώ δεν μίλησα γιατί δεν ήμουν συνδικαλιστής.
Μετά ήρθαν για τους καθολικούς, εγώ ήμουν προτεστάντης και γι’ αυτό δεν μίλησα.
Μετά ήρθαν για μένα, αλλά τότε δεν είχε μείνει πια κανείς να μιλήσει για κανέναν
»



Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Δεν αλλάζει τίποτα ότι και να κάνουμε

Κάποτε πριν από έξι – εφτά αιώνες, εδώ στην Ευρώπη όχι μακριά, είχαμε το φαινόμενο της Ιεράς Εξέτασης που κράτησε για αρκετούς αιώνες. Τι ήταν αυτό το φαινόμενο το οποίο και διατηρήθηκε για τόσο μεγάλο διάστημα; Εκείνο τον καιρό η δυτική εκκλησία διατηρούσε πολύ μεγάλη εξουσία και ήταν ουσιαστικά η κυρίαρχη δύναμη στην κοινωνία. Όταν κάποιος αμφισβητούσε το Θεό ή τη θρησκεία ή έστω αν αμφισβητούνταν εν μέρει ο χριστιανισμός ή κάποιες μέθοδες του, τότε επί της ουσίας ήταν σαν να αμφισβητούσε τη μεγάλη εξουσία που είχαν συγκεντρώσει στα χέρια τους οι εκπρόσωποι του Θεού της αγάπης στη γη. Κάτι τέτοιο αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι εξουσιαστές της εκκλησίας δεν μπορούσαν να το αποδεχτούν και επειδή όλο και πλήθαιναν οι περιπτώσεις ανθρώπων που αμφισβητούσαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο το χριστιανισμό, η εκκλησία έπρεπε να λάβει τα μέτρα της ώστε να διαφυλάξει την πρωτοκαθεδρία της. Κάπως έτσι λοιπόν γεννήθηκε η Ιερά Εξέταση, ένας δημοκρατικότατος θεσμός που δίκαζε και καταδίκαζε αυτούς που τολμούσαν να λοξοπιστήσουν, τους «αιρετικούς» όπως τους έλεγαν, διότι απειλούσαν να ταράξουν την εγκατεστημένη χριστιανική ειρήνη και ευημερία.           

Για την εύρυθμη και αποτελεσματική λειτουργία της Ιεράς Εξέτασης, συντάσσονται εγχειρίδια με λεπτομερείς οδηγίες βασανιστηρίων! Τα μαρτύρια είναι σωματικά και ψυχικά. Οι οδηγίες αναφέρουν πώς θα προκληθεί στο θύμα ο χειρότερος πόνος. Συμπεριλαμβάνονται εργαλεία τα οποία δημιουργούν κλιμάκωση του πόνου και οι πρακτικές έχουν λεπτομερείς περιγραφές. Οι πλέον διαδεδομένες μορφές βασανιστηρίων ήταν το μαστίγωμα, το κάψιμο με πυρωμένο σίδερο σε διάφορα σημεία του σώματος, ο τροχός, το κάψιμο των ποδιών με κάρβουνα και το κρέμασμα από τους καρπούς με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη. Σύμφωνα με υπολογισμούς, ο αριθμός των προσώπων που καταδικάστηκαν, σε όλο το διάστημα από το 15ο ως το 18ο αιώνα, στον δια πυράς θάνατο σαν μάγοι (κυρίως γυναίκες) ανέρχεται στις 50 έως 80 χιλιάδες. Γύρω στο 19ο αιώνα σταμάτησε η λειτουργία της Ιεράς εξέτασης.

Κάθονταν λοιπόν σε ένα τραπέζι πέντε συγγενείς, γύρω στο δέκατο όγδοο αιώνα,  και ο ένας από αυτούς ήταν κάπως ας πούμε προοδευτικός, ή καλύτερα «αιρετικός» για την εποχή εκείνη. Έλεγε ότι η Ιερά Εξέταση είναι ένας απαράδεκτος και απάνθρωπος θεσμός και πρέπει πάση θυσία να καταργηθεί. Οι υπόλοιποι τέσσερις «συντηρητικοί» συγγενείς του τον αντιμετώπιζαν επιφυλακτικά και τον κοίταζαν με μισό μάτι, «δεν αλλάζει με τίποτα αυτό» του έλεγαν και αυτός εξοργίζονταν. Βέβαια δεν αρνήθηκαν το γεγονός ότι πρόκειται περί απαράδεκτου θεσμού, αλλά τον αποδέχονταν, έτσι είχαν μάθει. Και ο λόγος που αναγνώριζαν τον θεσμό ως απαράδεκτο ήταν επειδή υπήρξαν μάρτυρες περιπτώσεων που βασανίστηκαν αθώοι φίλοι τους μέχρι θανάτου από λάθος πληροφορίες. Στη μικρή κοινωνία του χωριού όλοι ήξεραν καλά ποιος είναι πραγματικά «αιρετικός» και ποιος όχι, άρα ήξεραν πότε κάποιος αντιμετώπιζε άδικα την Ιερά εξέταση. Έτσι κάποτε ένας φίλος τους βασανιζόταν μέχρι θανάτου για αρκετές μέρες, σε κεντρικό κτίριο του χωριού ώστε να γίνεται αντιληπτή η παραδειγματική του τιμωρία, αφού δεν ομολόγησε το ανομολόγητο. Μακάρι νάξερε και αυτός τι έπρεπε να ομολογήσει μπας και γλίτωνε. Δεν είχε ιδέα όμως για τίποτα. Μεγάλο μαρτύριο και για τους φίλους του να ξέρουν ότι δεν ήταν «αιρετικός» και ότι οι Ιεροεξεταστές βασίζονταν σε λάθος πληροφορίες και να μη μπορούν να τον υποστηρίξουν, γιατί πάντα υπήρχε ο κίνδυνος να καταδικαστούν και αυτοί ως αιρετικοί. Οι επί της γης εκπρόσωποι του Θεού της αγάπης εξουσίαζαν μια κοινωνία με το να επενδύουν στο φόβο. Δεν υπήρχε μεγαλύτερο φόβητρο από την Ιερά Εξέταση εκείνο τον καιρό, ή πιστός ή νεκρός.  

Τι να κάνουμε όμως που οι τέσσερις συγγενείς που έλεγαν ότι «δεν αλλάζει τίποτα» είχαν άδικο και τελικά άλλαξαν τα πράγματα και καταργήθηκε η Ιερά Εξέταση και μπήκε για τα καλά στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Και μάλιστα, δεν είναι και από τις πιο περήφανες αναμνήσεις της ίδιας της εκκλησίας. Τι να κάνουμε επίσης που εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια ας πούμε, έχουν αλλάξει λίγο τα πράγματα. Δεν νομίζετε; Αλλάζουν αδιάκοπα, συνεχώς και διαχρονικά πάντα προς το καλύτερο για τις ανθρώπινες κοινωνίες.

Κάποτε γεννιόσουν δούλος με μια αλυσίδα κρεμασμένη από το πόδι που κατέληγε σε μια σιδερένια μπάλα και πέθαινες δούλος σέρνοντας την ίδια αλυσίδα. Τώρα αυτό δεν υπάρχει. Κάποτε έλεγες ότι η γη είναι στρογγυλή και όχι επίπεδη και σε έκαιγαν στην πυρά λόγω της αιρετικής αυτής άποψης, πάει άλλαξε και αυτό. Κάποτε δούλευες ήλιο με ήλιο και για εφτά μέρες, αλλά και αυτό άλλαξε με απαρχή την πρωτομαγιά του 1886 το Σικάγο και έγινε οκτάωρο και πενθήμερο, με καμιά δεκαπενταριά νεκρούς όμως, οι μισοί από πυροβολισμό οι υπόλοιποι έπειτα από κρεμάλα. Λευτεριάς λίπασμα οι πρώτοι νεκροί.

Σήμερα λοιπόν, που ο άνθρωπος έγινε πουλί στον ουρανό, που κοντεύουν πενήντα χρόνια από όταν έκανε την πρώτη του περπατησιά στο φεγγάρι, που έγιναν τόσο μεγάλες και βαθιές αλλαγές τον τελευταίο αιώνα, ακούω συχνά πυκνά την ίδια ατάκα ότι «δεν αλλάζει τίποτα – δεν γίνεται τίποτα», ούτε με απεργίες, ούτε με διαμαρτυρίες, ούτε με κανέναν τρόπο, με τίποτα. Είναι όλα αποφασισμένα, είναι όλα προδιαγεγραμμένα. Ακούγονται αυτά από νέους ανθρώπους, λες και δεν ξέρουμε απολύτως τίποτα για την ιστορία του ανθρώπου. Λες και ο κόσμος ήταν πάντα έτσι όπως ακριβώς τον βρήκαμε εμείς! Μια καλλιεργημένη ηττοπάθεια φυτεμένη βαθιά στους ανθρώπους ιδίως στους νεότερους, η οποία μοιάζει λίγο και με άλλοθι για του καθενός την απάθεια. Άρνηση της διαφορετικότητας του ανθρώπου από τα ζώα! Μόνο η ζωή των Ελεφάντων (και των λοιπών ζώων) είναι ίδια και απαράλλακτη στους αιώνες των αιώνων. Και κυρίως ακούγεται αυτή η άποψη από όσες και όσους είναι πραγματικά αμέτοχοι και δεν παρεμβαίνουν με κανέναν τρόπο και πουθενά σε κανένα συλλογικό όργανο, σε κανένα μαζικό φορέα, ούτε σε σωματείο ούτε κάπου αλλού. Ούτε καν σε έναν εξωραϊστικό σύλλογο να πεις ότι μπήκαν σε μια συλλογική διαδικασία!

Και όμως μεγάλο κομμάτι νέων εργαζόμενων υποστηρίζει αυτή την ιστορικά καταγκρεμισμένη αλλά βολική για την άρχουσα τάξη άποψη, ότι «δεν αλλάζει τίποτα». Για να πει κάποιος ότι δεν αλλάζει τίποτα, θα πρέπει πρώτα να προσπαθήσει αρκετά και για χρόνια και μετά ίσως δικαιούται να υποστηρίξει κάτι τέτοιο. Όσοι και όσες χωρίς να έχουν προσπαθήσει στην πράξη να αλλάξουν έστω και κάτι μέσα από συλλογικές διαδικασίες και όργανα, ΔΕΝ έχουν το δικαίωμα να λένε ότι δεν αλλάζει τίποτα. Είναι σα να μην έχουν φάει ποτέ στη ζωή τους ούτε ένα θαλασσινό και να προσπαθούν να μας πείσουν ότι είναι άνοστος ο αστακός. Ε πως θα γίνει αυτό;             

Ε λοιπόν αλλάζουν τα πράγματα και παρά αλλάζουν. Και επαναλαμβάνω ότι δεν το λέω εγώ αυτό, η ιστορία το έχει αποδείξει. Και η ιστορία κινείται πάντα προς τα εκεί που την τραβάει αυτός που έχει τη μεγαλύτερη δύναμη. Και αν υποθέσουμε ότι από τη μια μεριά του σκοινιού είμαστε εμείς οι εργαζόμενοι και από την άλλη τα μεγάλα αφεντικά, οι τραπεζίτες και το πολιτικό σύστημα που τους υπηρετεί, έχω την άποψη ότι οι δεύτεροι (η άρχουσα τάξη δηλαδή) δεν κάθονται άπραγοι στα αυγά τους μιξοκλαίγοντας και αυτοί λέγοντας ότι τους πήδηξε η κρίση. Έχω την άποψη ότι απεναντίας, είναι πολύ καλά οργανωμένοι, ότι εμπλουτίζουν συνεχώς με ισχυρά όπλα τη φαρέτρα τους, ότι εργάζονται νυχθημερόν συστηματικά και μεθοδευμένα για τα συμφέροντά τους και τέλος πάντων έχω την άποψη ότι δεν κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια λέγοντας ότι «δεν αλλάζει τίποτα» πράγμα που κάνει η πλειοψηφία των εργαζομένων. Όσα έχουν αλλάξει στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία τρία χρόνια, αυτοί τα έχουν αλλάξει και όχι οι εργαζόμενοι.

Όσο λοιπόν οι πλειοψηφία των εργαζόμενων θα παραμένει αμήχανη και απαθής, παρακολουθώντας τις εξελίξεις από την τηλεόραση και τα λοιπά καθεστωτικά ΜΜΕ, που καλλιεργούν κοινωνικό κανιβαλισμό μεταξύ των εργαζομένων και αποπροσανατολισμό από τους πραγματικούς  εχθρούς, τόσο η ιστορία θα κινείται προς τα εκεί που θέλουν τα αφεντικά, οι τραπεζίτες και το πολιτικό σύστημα που τους κάνει τη δουλειά. Το να λέμε εμείς οι εργαζόμενοι «δεν αλλάζει τίποτα», είναι βούτυρο στο ψωμί των αφεντικών, αυτό θέλουν να λέμε, χαίρονται όταν το ακούνε και το υποστηρίζουν κιόλας! Και ας κινείται ιλιγγιωδώς η ιστορία αυτόν τον καιρό προς το συμφέρον τους.

Κάποιος μεγάλος συγγραφέας είπε κάποτε «όλοι θέλουν να αλλάξουν κόσμο, αλλά κανένας δεν θέλει να αλλάξει τον εαυτό του». Ας αλλάξουμε λοιπόν εμείς συνήθειες, ας πάρουμε μέρος ενεργά  τραβώντας το σχοινί της ιστορίας προς τη μεριά μας και ας αφήσουμε τα βολικά και καταστροφικά σοφίσματα ότι «δεν αλλάζει τίποτα». Άρα έτσι αλλάζει ο κόσμος, αλλάζοντας κανείς τον εαυτό του, και αυτή είναι η απαρχή της πιο επαναστατικής διαδικασίας. Αλλάξτε λοιπόν!             
          

  
      
           

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Η αρχή του τέλους για τη φοροδιαφυγή στην Ελλάδα

Μπορεί σήμερα να κυριάρχησε στην επικαιρότητα η ομιλία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ που αποκάλυψε ότι η Ελλάδα θα παραμείνει στο Ευρώ και θα μπει σε τροχιά ανάπτυξης σε 2 χρόνια, όμως το μείζων πολιτικό και οικονομικό θέμα είναι άλλο και ίσως πολλοί να μην το καταλάβατε…  

Εμείς λοιπόν οι Έλληνες εδώ στην Ελλάδα, είχαμε μια πολύ καλή παράδοση στο να αποδίδουμε φόρους στο Κράτος με αξιοπρόσεκτη συνεπεία. Ήμασταν παράδειγμα προς μίμηση και μας συζήταγαν παντού στην Ευρώπη και όχι μόνο. Είμαστε φιλότιμος λαός πώς να το κάνουμε.

Ήρθαν όμως αυτοί οι παράνομοι λαθρομετανάστες και τάραξαν τη φορολογική μας γαλήνη. Ως τότε ζούσαμε μια υποδειγματική φορολογική ειρήνη, με χαρά παρουσιαζόμασταν τουλάχιστον μια φορά το μήνα στον Έφορα της γειτονιάς για να ενημερωθούμε αν χρωστάμε κάτι, αν βγήκε κάποιο νέο χαράτσι ώστε να σπεύσουμε να το πληρώσουμε κλπ. Να σας υπενθυμίσω ότι τέτοια μέρα κάθε χρόνο, ήμασταν όλοι καρφωμένοι στην τηλεόραση και παρακολουθούσαμε σε ζωντανή μετάδοση τη ΔΕΘ για να ακούσουμε από τα ίδια τα χίλια του εκάστοτε πρωθυπουργού πόσο θα αυξήσει τη φορολογία. Και όσο πιο μεγάλο ήταν το νούμερο τόσο περισσότερο παραληρούσαν τα συγκεντρωμένα πλήθη στη συμπρωτεύουσα και όχι μόνο.

Και όλα κυλούσαν καλά και ειρηνικά, πλέαμε σε πελάγη ευτυχίας και η χαρά του έλληνα ήταν να πληρώνει φόρους στο κράτος, αφού ξέραμε ότι οι δημοκρατικά εκλεγμένοι πολιτικοί μας τα διαχειρίζονταν με εξαιρετικά αποτελεσματικό και τίμιο τρόπο και κυρίως, πάντα προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.  

Όλα αυτά όμως γκρεμίστηκαν με την εισβολή στη χώρα μας των παράνομων λαθρομεταναστών που στερούνται παντελώς φορολογικής κουλτούρας! Μας έκαναν σαν τα μούτρα τους λοιπόν και άρα δε φταίμε εμείς που καταντήσαμε φοροφυγάδες. Να πως αλλοιώνεται ο πολιτισμός μας και η φυλή μας μπολιάζεται με την εισαγόμενη φορολογική υποκουλτούρα! Μπορεί να είχε δίκιο λοιπόν ο ΓΑΠ όταν έλεγε στα αδέρφια μας τους Ευρωπαίους ηγέτες ότι «Κυβερνώ μια διεφθαρμένη χώρα», αλλά έλεγε τη μισή αλήθεια. Δηλαδή είμαστε διαφθαρμένοι αλλά δεν φταίμε εμείς, οι παράνομοι λαθρομετανάστες μας έκαναν έτσι. Απλά είμαστε λίγο ευαίσθητοι σα λαός και ευάλωτοι και επηρεαστήκαμε από δαύτους.

Αφού το κράτος λοιπόν δεν μπορεί να τους πατάξει, κάποιος δεν έπρεπε να σταματήσει αυτό το αίσχος;

ΥΓ. Χρησιμοποιώ και εγώ τη φράση «παράνομοι λαθρομετανάστες» διότι τη συναντώ πολύ συχνά. Έχω μια απορία όμως και θα παρακαλούσα αν κάποιος νομικός το διαβάσει να μου απαντήσει αν ξέρει: Εκτός από «παράνομους λαθρομετανάστες» που ξέρω σίγουρα ότι υπάρχουν πολλοί, υπάρχουν και «νόμιμοι λαθρομετανάστες»;